Αν μου ζητήσει ποτέ κανείς ν’αναφέρω ένα σημαντικό πρόβλημα που υπάρχει στα νησιά, χωρίς πολλή σκέψη, θ’απαντήσω η απουσία πεζοδρομίων. Σίγουρα δεν είναι μόνο θέμα του ποιος φορέας και πότε θ’αναλάβει την ευθύνη του σχεδιασμού και της κοστολόγησής των. Τα νησιά -και μιλάμε για νησιά μεσαίου και μικρού μεγέθους- ανέκαθεν δεν είχαν τις υποδομές για να κατασκευαστούν δρόμοι με πεζοδρόμια όπως στις πόλεις. Βέβαια, τα παλιότερα χρόνια, η ανάγκη αυτή ήταν απούσα, και λόγω του πληθυσμού αλλά και λόγω των διαφορετικών μέσων μεταφοράς.

Το ίδιο πρόβλημα, λοιπόν, υπάρχει και στη Λήμνο, όπου διαμένω τους τελευταίους μήνες. Ούσα άνθρωπος που χρησιμοποιεί πολύ τα πόδια του, η απουσία πεζοδρομίων, δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα στην καθημερινότητά μου, καθώς είμαι αναγκασμένη να θέτω τη σωματική μου ακεραιότητα σε κίνδυνο στην πολύ πιθανή περίπτωση ενός τροχαίου ατυχήματος.

Σχετική εικόνα

Τ’ αυτοκίνητα, και κάθε είδους όχημα, οχτώ στις δέκα περιπτώσεις, πηγαίνει σαν τρελό, και αυτό σίγουρα οφείλεται και σε μια πεποίθηση που έχουν οι οδηγοί ότι δεν κυκλοφορεί και πολύς ή και καθόλου κόσμος στους δρόμους.

Το σπίτι που μένω είναι πάνω από τον περιφερειακό δρόμο, εκτός σχεδίου πόλεως. Συνεπώς, μέχρι να μάθω την ύπαρξη εσωτερικών χωματόδρομων, πήγαινα στο σπίτι μέσω περιφερειακού.

Τα δύσκολα μόλις αρχίζουν

Ήταν γύρω στις έντεκα και μισή το βράδυ, πριν λίγες μέρες, όταν περπατούσα στον εν λόγω δρόμο, ο οποίος συνάμα φωτίζεται ανεπαρκώς. Δε φαινόταν ιδιαίτερη κίνηση στο δρόμο κι αυτό είχε ανεβάσει λίγο τη διάθεσή μου. Βρισκόμουν προς το τέλος της πορείας μου στον περιφερειακό, όταν από τουλάχιστον ενάμισι χιλιόμετρο μακριά, ακούω το γνώριμο θόρυβο που κάνουν τα επερχόμενα οχήματα, σε απίστευτη ένταση. Κατάλαβα ότι το όχημα που έρχεται, δεν είναι ένα απλό Ι.Χ., αλλά ένα … μεγαθήριο.

Το μυαλό μου λειτούργησε γρήγορα, παρά το άγχος που άρχισε να με καταβάλλει, και κατάφερα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Γύρω μου, σε κοντινή ακτίνα, δεν υπήρχε κάποιο έρεισμα, παράδρομος, ή είσοδος σπιτιού για να πάω να σταθώ και να περιμένω να περάσει το όχημα, τ’ οποίο, από τον τρομερό θόρυβο που έκανε, δε θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από νταλίκα.

Με τη δεύτερη σκέψη -γιατί αρχικά μ’ έπιασε φόβος για το τι μπορούσε να υπάρχει εκεί, από φίδι μέχρι κόπρανα σκύλου- όρμησα κυριολεκτικά στα ψηλά, σκοτεινά χόρτα. Ο θάνατός μου (ή το λιγότερο μια σοβαρή σωματική βλάβη) εάν συνέχιζα να περπατώ στο δρόμο, ήταν βέβαιος, σε σχέση με το τι υπήρχε σ’εκείνα τα χόρτα (που όπως είδα αργότερα στο φως,ήταν γαϊδουράγκαθα).

Για καλή μου τύχη, γνώριζα από κάποιο τραγικό συμβάν τ’οποίο πληροφορήθηκα από κάπου, ότι ο αέρας ενός βαριού οχήματος, είναι ικανός να σε σκοτώσει. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητη η επαφή για να προκληθεί τραυματισμός ή θάνατος.

Κατάφερα με αρκετή δυσκολία να σταθώ ανάμεσα στα χόρτα όπως ήθελα, καθώς ήταν πολύ πυκνά και σκληρά. Έσκυψα αρκετά, γέρνοντας το σώμα μου απ’την αντίθετη πλευρά του δρόμου, στηριζόμενη στο ένα πόδι κι ενώ το άλλο προσπαθούσε να υποβοηθήσει, δε σταματούσε να τρέμει.

Περίμενα με φαινομενική εξωτερική ψυχραιμία, προσπαθώντας να κρύψω κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό τον πανικό και την αγωνία που με είχε κατακλύσει. Η ψυχοσυναισθηματική μου κατάσταση ήταν σε αδιέξοδο σημείο. Ένιωθα το εσωτερικό μου να έχει αδειάσει, ένα εσωτερικό κενό, που όσο κλισέ κι αν ακούγεται, διήρκεσε δευτερόλεπτα τα οποία μου φάνηκαν ώρες.

Από τη μια ήθελα να με ξεπεράσει η νταλίκα κι απ’την άλλη η στιγμή αυτή δεν ήθελα να έρθει ποτέ, φοβούμενη τον αέρα και τυχόν παραστράτημά της. Έχω εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου και προετοιμάζομαι,όσο μπορώ γι’αυτόν, αλλά, εντάξει, δε θα ήθελα να πεθάνω από σύγκρουση με νταλίκα – θα προτιμούσα να φύγω από ασθένεια, με ήρεμο και ανώδυνο τρόπο. Και μόνο στη σκέψη να συγκρουστεί το σώμα μου με νταλίκα, αναρριγάω. Μπορώ να φανταστώ πόσο πόνο έχει. Είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο, η αγωνία μου είχε φτάσει στο ζενίθ. Η νταλίκα είχε αρχίσει να φαίνεται και όσο με πλησίαζε, ο θόρυβος δυνάμωνε.

Ένιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας, όταν είδα πως είχε ούτε μια, ούτε δυο, αλλά τρεις συνδέσεις και το ύψος της φυσικά έφτανε στο Θεό. Ένιωσα τρόμο.

Κάνοντας αδιάλειπτα προσευχή, λέγοντας ασταμάτητα το όνομα του Χριστού και της Παναγίας, διατήρησα την εξωτερική μου φαινομενική ηρεμία. Νόμιζα θα καταρρεύσω, μην αντέχοντας να δω τη συνέχεια.

Το έδαφος, κι ενώ η νταλίκα με είχε πλέον πλησιάσει αρκετά, είχε αρχίσει να τρέμει.

Άρχισα να σφίγγω δυνατά, όσο μπορούσα τους μύες του σώματός μου, και κυρίως των ποδιών μου, έτσι όπως στεκόμουν, περίπου στη στάση ενός δρομέα ταχυτήτων.

Μόνη ελπίδα μου ο Θεός

Βλέποντας τη νταλίκα πλέον μονάχα μερικά μέτρα μακριά μου και ως ένα βουνό από πάνω μου, το δίχως άλλο η σκηνή αυτή θύμιζε θρίλερ  στις πιο κορυφαίες στιγμές αγωνίας.

Ο κρύος ιδρώτας πλήθυνε επάνω μου κι εγώ δε σταματούσα να προσεύχομαι σε μια προσπάθεια ν’αποτρέψω την κατάρρευσή μου. Το πόδι που δε στηριζόταν δυναμικά στο έδαφος, ήταν αδύνατο να το ελέγξω, έτρεμε από μόνο του σπασμωδικά πηγαίνοντας πέρα δώθε, προσθέτοντας ένα παραπάνω στην ανησυχία μου, μήπως χάσω ολότελα την ισορροπία μου και πέσω στη νταλίκα.

Η νταλίκα δεν είναι πλέον παρά ελάχιστα μέτρα μακριά μου. Έχει διατηρήσει αμείωτη την τρελή της ταχύτητα κι αυτό με γεμίζει ανησυχία μήπως χάσει τον έλεγχο του τιμονιού και φύγει προς το πλαϊνό του δρόμου, όπου βρισκόμουν. Ο θόρυβος που κάνει, τραγικός, έχει αποσυντονίσει αρκετά την ψυχική μου κατάσταση, κι ευρισκόμενη στην πιο απελπιστική φάση της ζωής μου ίσως, διαπιστώνω πως η προσευχή που κάνω, είναι από τις πιο θερμές της ζωής μου.

Το έδαφος έτρεμε απίστευτα, και καθώς δε διακρίνομαι για τη σωματική μου δύναμη, ο αέρας της νταλίκας και το τρέμουλο του εδάφους, με πέταξαν γύρω στο ένα μέτρο παραδίπλα, αφού μου ήταν αδύνατον να κρατήσω ισορροπία. Το σοκ μου ήταν μεγάλο, φοβόμουν μήπως με κατεύθυνε προς το δρόμο, όμως, ευτυχώς, λόγω της στάσης μου σε σχέση με το δρόμο -μέτωπο προς τη νταλίκα και παράλληλη πορεία με το δρόμο- αυτό δε συνέβη.

Κι όμως, αντεπεξήλθα

Προσγειώθηκα με τα γόνατα προς τα μπροστά και λίγο διαγώνια, ένιωθα σαν άρρωστη απ’ το σοκ, εντελώς αδύναμη και άδεια. Παρότι το στομάχι μου δεν ήταν ιδιαίτερα γεμάτο, είχα ναυτία. Παρά την πτώση στα σκληρά χόρτα, δεν ένιωθα κανένα πόνο, ήμουν μουδιασμένη κι ευτυχώς φορούσα πολύ χοντρά ρούχα. «Συνήλθα» μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και σηκώθηκα με δυσκολία, ευτυχώς φορούσα πολύ χοντρά γάντια. Βγήκα απ’ τα χόρτα με αδύναμο βήμα και προχώρησα στο δρόμο, αφού πρώτα τον έλεγξα απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Φοβόμουν να περπατήσω ακόμη κι αυτά τα λίγα μέτρα που απέμεναν μέχρι το σπίτι, καθώς δεν είχα καμιά εμπιστοσύνη στην όραση και στην ακοή μου και φοβόμουν μήπως δεν είχα ακούσει και δεν είχα δει καλά κάποιο όχημα που μπορεί να βρισκόταν ξαφνικά μπροστά μου και να με χτυπούσε. Είναι αυτό που λέμε μετατραυματικό σοκ, ο δρόμος στην πραγματικότητα ήταν άδειος και η ησυχία βασίλευε, τίποτα δεν προμήνυε πως ο φόβος μου μπορούσε να βγει αληθινός.

Με το μυαλό μου θολό και το σώμα μου μόλις να υπακούει στις κινήσεις μου, έφτασα επιτέλους στην πολυπόθητη για μένα στροφή του δρόμου. Αφού τσέκαρα τις κατευθύνσεις του δρόμου επανειλημμένα, κι εξακολουθούσε να μένει άδειος,πέρασα απέναντι με ανακούφιση. Η ανηφόρα που με περίμενε, αυτή τη φορά, ήταν βάλσαμο για την ψυχή μου. Οι παρτίδες μου με τον περιφερειακό δρόμο είχαν τελειώσει, όχι μόνο για εκείνη την ημέρα, αλλά και για πάντα. Δε σκόπευα να περπατήσω ποτέ ξανά στον περιφερειακό, και ιδίως μόνη μου.

Κάπως πιο ήρεμη, το βλέμμα μου έπεσε στα πόδια μου. Από τα γόνατα και κάτω, είχαν κολλήσει επάνω τους γαϊδουράγκαθα, οπότε μου λύθηκε κι η απορία σε τι είδους χόρτα είχα πέσει. Έσκυψα σ’ ένα σημείο παραπλεύρως του δρόμου και τα έβγαλα από πάνω μου.

Τελειώνοντας την ανηφόρα, μετά την Ταξιαρχία, έφτασα στο χωματόδρομο. Ο χωματόδρομος δεν έχει καν φώτα, οπότε άναψα το φακό μου. Μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, όμως νιώθω πολύ έντονο φόβο να περπατάω στο χωματόδρομο νύχτα. Το φως του φακού κι ο ήχος που κάνουν τ’ αθλητικά μου παπούτσια, σε συνδυασμό με το σκηνικό της περιοχής, κάνουν τα πάντα να φαίνονται στοιχειωμένα. Άσε που δεν ξέρω πότε θα πεταχτεί κανένα σκυλί απ’ το πουθενά να με δαγκώσει…

Μπαίνοντας στην αυλή, το μικρό σκυλί του ιδιοκτήτη μας με πλεύρισε γαβγίζοντας. Έκανα μια κίνηση πως τάχα θα το κυνηγήσω, κι εκείνο τρόμαξε, φεύγοντας μακριά. Αυτό μας έλειπε μέσα σ’ όλα τώρα, το σκυλί…

Ο Λάζαρος μου άνοιξε κι η προσπάθειά μου να δείχνω ατάραχη απέτυχε εντελώς, παρότι νόμιζα ότι τη συγκεκριμένη στιγμή, ήμουν καλή ηθοποιός.

– Τι έχεις; με ρώτησε, κι εγώ του ανέφερα μέσες άκρες το γεγονός.

Η εσωτερική μου αναστάτωση δε με άφησε να κλείσω μάτι εκείνη τη νύχτα, ούτε λεπτό. Έβαλα να παρακολουθήσω μια ταινία,τον  «Πιανίστα», η οποία ταίριαζε μεν στην ψυχοσυναισθηματική μου κατάσταση, θα με βοηθούσε να χαλαρώσω και να ηρεμήσω δε.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το μετατραυματικό στρες που μου προκάλεσε η εν λόγω εμπειρία, με ταλαιπώρησε περίπου μια εβδομάδα, χωρίς ωστόσο να την αποβάλλω ποτέ απ’ το μυαλό μου. Θα βρίσκεται θαμμένη πάντα εκεί, στα κατάβαθα του μυαλού μου, να με στοιχειώνει, όπως το φως του φακού κι ο ήχος που κάνουν τ’ αθλητικά μου στο χωματόδρομο, όταν τον διαβαίνω νύχτα…