Στο σημερινό μας θέμα θ’ αναφερθούμε στην τάση που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων να κάνει αρνητική κριτική ή σχόλια προς τρίτους, απευθυνόμενοι κατά πρόσωπο σε αυτούς,είτε άμεσα είτε έμμεσα, με πλάγιο δηλαδή τρόπο.Το φαινόμενο αυτό μπορεί να παρατηρηθεί είτε δια ζώσης ,είτε μέσω κοινωνικών δικτύων στην εποχή μας πλέον.

Την ενέργειά τους αυτή, εξηγούν διάφορες αιτίες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι κι ενώ κατακρίνουν την εν λόγω συμπεριφορά, την υιοθετούν.

Φαντάζει πραγματική πρόκληση να θέσετε ένα στοίχημα στον εαυτό σας που να λέει πως από δω και στο εξής δε θα σας επιτρέπεται να σχολιάσετε αρνητικά κανέναν μπροστά του ή σε άλλους.Ακούγεται (ή διαβάζεται) εύκολο αλλά δεν είναι.

Γιατί πέφτω στο εν λόγω σφάλμα;

Για το μέσο άνθρωπο είναι εξαιρετικά δύσκολο ν’ αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και να τα ελέγχει,και ακόμη δυσκολότερο να μάθει να τα τροποποιεί.Αυτός είναι και ο λόγος που δε μπορεί να σταματήσει τ’ αρνητικά σχόλια και τις κοροϊδίες τρίτων,καθώς η τάση αυτή εκφράζει τ’ ανεξέλεγκτα «προβληματικά» συναισθήματα, πάθη και παγιωμένες καταστάσεις (αισθήσεις) του εκάστοτε hater.

Ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπων αυτών έχει μεγάλη επίγνωση της εσωτερικής του κατάστασης, είναι εξαιρετικά σπάνιο όμως να θελήσει πραγματικά ν’ αλλάξει στοιχεία του χαρακτήρα του.Αυτό γίνεται γιατί δε θέλουν να χάσουν «τη βολή» τους,δεν είναι εύκολη η διαδικασία αλλαγής στοιχείων του χαρακτήρα.Οι ευκολίες που έχουν επέλθει στην καθημερινότητά μας μέσω της εξέλιξης της τεχνολογίας έχουν κάνει τον άνθρωπο μαλθακό και αδιάφορο για τις προκλήσεις που φέρνουν οι όποιες δυσκολίες.

Ποιο είναι όμως το πραγματικό (δικό μας) πρόβλημα κι αισθανόμαστε την ανάγκη να επικρίνουμε δημόσια το συνάνθρωπό μας;

Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε ότι το κάθε αρνητικό σχόλιο που κάνουμε για κάποιον/α άλλο/η, αφορά εμάς και μόνο εμάς.Είναι η προσωπική μας γνώμη.Η ανάγκη μας αυτή πηγάζει από τις βαθύτερες ανασφάλειές μας, οι οποίες υπάρχει εξίσου ίδια πιθανότητα να τις θυμόμαστε, αλλά και να έχουν θαφτεί με το βίωμα καινούριων εμπειριών στο ασυνείδητό μας. Προσπαθούμε δηλαδή να μειώσουμε την αυτοαξία των άλλων για να ανεβάσουμε τη δική μας.Κάτι χειρότερο που μπορεί να συμβαίνει, είναι  «να επιχειρώ να βάλω στη θέση του τον άλλον/η»  γιατί νιώθω ζήλεια γι’αυτόν/ή.

Κι εδώ κάποιος μπορεί πολύ πιθανόν, να μου πει πως ενίσταται γιατί  «πολύ απλά λέει την αλήθεια». Ο σκοπός του ήταν να φανερωθεί, να μαθευτεί η αλήθεια, και καμιά επιθυμία δεν υπήρχε στο να θίξει τον/την αναφερόμενο/η.

Απαντώ με σιγουριά πως αυτό δεν ισχύει. Τόσο εσύ, όσο και οι περισσότεροι, έχουν σε αρκετή επάρκεια τις πέντε τους αισθήσεις για να κρίνουν  «σωστά»  και να δουν την αλήθεια, οπότε η δική σου «πληροφορία», κρίνεται αχρείαστη.

Επιπλέον, από τη στιγμή που ξέρεις ότι κάποιο λεγόμενο είναι αρνητικό, έστω κι αν ισχύει -εκτός από τις αιτίες που ανέφερα- δεν υπάρχει λόγος να γίνεις κακός και να το πεις κατά πρόσωπο δημοσίως.

Συνεπώς, το πρόβλημά σου, δε βρίσκεται στους ανθρώπους που κρίνεις, αλλά μέσα σου, επειδή όμως σου είναι πολύ δύσκολο να διορθώσεις τον εαυτό σου, αναφέρεσαι συνεχώς στις αδυναμίες και τις ατέλειες των άλλων. Είναι πολύ πιθανόν αυτό, να μη το συνειδητοποιείς καν και να υποστηρίζεις ότι βαίνουν όλα καλά με τον εαυτό σου και δε χρειάζεται τίποτα να αλλάξεις.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την άλλη πλευρά…

Θα ήταν πολύ χρήσιμο και ωφέλιμο για την προσωπική σου βελτίωση να μπορούσες να δεις τον εαυτό σου να ενεργεί με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.Έτσι, οι πιθανότητες να την επαναλάβεις, θα ήταν μειωμένες, καθώς θα είχες τη δυνατότητα να απογυμνωθείς συναισθηματικά από τον εαυτό σου και να έρθεις πιο κοντά στην ορθή κρίση της συμπεριφοράς σου.Βλέποντας αντικειμενικά τον εαυτό μας δεν αποκλείεται να δούμε και να παραδεχτούμε πως αυτό που κάνουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απωθητικό, δίχως ίχνος αρχοντιάς και να βάλουμε τον εαυτό μας στη διαδικασία της αλλαγής,της διακοπής της εν λόγω ενέργειας.

Αν δε μπορείς να  «βγάλεις» τον εαυτό σου, την ψυχή σου έξω από το σώμα σου και να σε φανταστείς,να σκεφτείς νοερά την κάθε σου κίνηση, λέξη,βλέμμα, ύφος και τόνο φωνής την ώρα της επικείμενης πράξης σου, παρατήρησε το φαινόμενο αυτό όταν το κάνει κάποιος άλλος σε άλλον.Δεν είναι ακριβώς το ίδιο,αλλά σίγουρα φέρνει κοντινά αποτελέσματα.Σιγά σιγά, με την εξάσκηση και την επανάληψη θα καταφέρεις να γίνεις ένας καλός παρατηρητής του εαυτού σου.

Εκείνο που θέλω να τονίσω πάση θυσία μέσα από αυτό το κείμενο,είναι πως δεν αξίζει σε καμία περίπτωση να προσπαθήσει κανείς να μειώσει τους άλλους γιατί τελικά αυτός που μειώνεται, που «φαίνεται μικρός» στα μάτια τόσο του αποδέκτη του σχολίου, όσο και των υπολοίπων μαρτύρων του γεγονότος, είναι αυτός που έκανε το σχόλιο.Όσο και να νομίζει πως είναι μακράν πιο έξυπνος, καλύτερος κι ανώτερος επειδή έκανε αρνητική κριτική, η συμπεριφορά του δείχνει άλλα…Μόνο ένας αδύναμος άνθρωπος, χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες και συναισθηματική ωριμότητα, θα είχε την ανάγκη ν’ αντλήσει δύναμη κι αυτοπεποίθηση προσβάλλοντας τρίτους.Τη δύναμη και την αξία του θα την πάρει μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό και μόνο,ποτέ στηριζόμενος σε άλλους.

Κι αν κάποιος/α νομίζει πως μπορεί να σχολιάζει αρνητικά «αβέρτα» με συγκεκαλυμμένο τρόπο, όπως σπόντες, ή πλάγιους  «αθώους»  τρόπους χωρίς να τον/την καταλαβαίνει κανείς, είναι γελασμένος.Ακόμη κι αν κάποιος/α δεν καταλάβει απευθείας τι συμβαίνει και ποια είναι τα κίνητρά του, σίγουρα θα αποκομίσει μια αρνητική εντύπωση και αύρα για το σχολιαστή/τρια.

Οι περισσότεροι όμως ιδίως τώρα πια που η πρόσβαση στην πληροφορία είναι ευκολότερη από ποτέ λόγω διαδικτύου,συνεπώς και στην επιστήμη της ψυχολογίας,κάτι τέτοιους ανθρώπους τους πουλάνε και τους αγοράζουν…

Αυτά για σήμερα,το συγκεκριμένο θέμα δεν έχει εξαντληθεί ωστόσο,και θα συνεχιστεί στο επόμενο κείμενο που θα αναρτήσω εντός των επόμενων ημερών ξεκινώντας με ένα δικό μου παράδειγμα και τον τρόπο που εγώ το αντιμετώπισα,για να κατανοήσουμε ακόμη καλύτερα το φαινόμενο αυτό σε πραγματικές καταστάσεις.

Μέχρι τότε,να είστε όλοι καλά!